Ανέβηκα στον Βράχο και φόραγα το άσπρο μου φόρεμα. Ήταν θερινό ηλιοστάσιο. Είχε πολλούς τουρίστες και μου έτρεχαν τα σάλια. Μακάρι να ήταν εδώ και το καπέλο μου αλλά το έχασα στη Σέριφο. Ένας-ένας χάνεστε όλοι μέσα μου. Όσο για σένα…
Μου κόπηκε η ανάσα. Σαν να είχαν αλλάξει όλα. Ήταν όλα όπως πριν. Έγιναν έτσι άραγε ή τους άλλαξα εγώ τη σειρά; Παραμύθια σου λέω. Την αλήθεια σου λέω. Όσο για σας…
Γιατί οι λέξεις μου κάνουν προτάσεις, στροφές, παραγράφους, κι όλ’ αυτά λέει θα πάνε την κοινωνία μπροστά. Καταλάβατε μαλάκες; Θα έρθω και θα κάτσω σ’ ένα σκαλοπάτι στη μέση του δρόμου, μπρος στα μάτια του κόσμου, επιβάτης σε διαδρομή προς το κέντρο της πόλης μ’ αστική συγκοινωνία, στην τελευταία θέση να κοιμάμαι σερί, στα σκαλιά της εκκλησίας και στον βράχο της Ακρόπολης σ’ απευθείας αναμετάδοση ζωντανά στο δελτίο των 8. Εγώ να κλαίω για σένα μες στα μούτρα σας. Κάπως για να βγάλω κι εγώ το ψωμί μου.