Η γήινη μορφή του έριχνε χάμω ίσκιο λέοντα, μα τις πιο πολλές μέρες δεν ήταν παρά μόνο ένας ευνουχισμένος γάτος. Το διαμέρισμα όπου φιλοξενούνταν, σωστό παλάτι -για τους άλλους- μα γι’ αυτόν, σκέτη κόλαση (χα, χα). Κοίταξε γύρω του: «να!» αναφώνησε «αν επέστρεφα και πάλι στη ζωή, θα ήθελα να μετεμψυχωθώ σε ορχιδέα- τίποτε άλλο».
Περπάτησε χειροπόδαρα μέχρι το φυτό και δάγκασε λίγο ένα φυλλαράκι, ζορίστηκε, γιατί καθόλου δεν του άρεσε, ήθελε όμως να βιώσει το συναίσθημα εκείνο του να τρώγεσαι, να τρώγεσαι εσύ ο ίδιος από εσένα· όχι, ούτε καν, από εσένα που υπήρξες προτού καν γεννηθείς! Το φύλλο ήταν πικρό και αποστράφηκε από αυτό γυρίζοντας πίσω στην αναμονή (για τι;) και στη συνέχεια, στον ύπνο.
Είδε όνειρο ότι ο κόσμος όλος ήταν χρώμα μπλε, κι όλες οι άλλες μορφές ήταν γατίσιες και μετά, αυτός ήταν μικρός και κάποιος άνοιξε στον δρόμο ένα κουτί που μέσα ήταν αυτός, μαζί με ένα ολοκαίνουργιο παπούτσι.