Τσίχλες

Όταν τελείωσα με τις πανελλήνιες, πήρα ένα απόγευμα το λεωφορείο και κατέβηκα στην Αθήνα για να πάω να δω τους Ρέντιο-χεντ στον Λυκαβηττό. Ήμουν μια ροζ τσίχλα εκείνη τη μέρα και μετά τη συναυλία, άρχισα να αναμασιέμαι μαζί με όλους τους άλλους.

Αν υπήρχε ένα συλλογικό ουσιαστικό για την κοινωνία των ανθρώπων, το καλύτερο που μπορώ να σκεφτώ είναι το στόμα. Ένα στόμα ανθρώπων, να τι είναι, κι αναμασάει την τσίχλα, εσένα, μέχρι να γίνει άγευστη και στεγνή και άχρωμη σαν κάλτσα που προκαλεί αηδία. Κι ακόμα και τότε συνεχίζει το στόμα να μασάει την τσίχλα και η τσίχλα προσπαθεί να παραμείνει στο στόμα μην τυχόν και τη φτύσει.

Ένα συνθετικό προϊόν που δεν έχει χρησιμότητα πάρα μόνο για να περνάει η ώρα είναι ο μοντέρνος άνθρωπος. Κι όταν το συνεχές μάσημα τον πονάει τότε λέει: ο καιρός. Μα ρε βλάκα δεν το βλέπεις, ο καιρός που νομίζεις ότι σε κάνει καλά, αυτός είν’ ο σκοπός παρά το μέσο, γι’ αυτό έχεις έρθει εδώ, για να περνάει η ώρα. Όσο πιο συνηθισμένος, όσο πιο απαρατήρητος, όσο πιο ξεθυμασμένος, τετριμμένος, τόσο το καλύτερο.

Ράμσγκεϊτ, Κεντ
Καλοκαίρι 2023

Μόνο ο Χρόνος

Νύχτωσε νωρίς κι ο ουρανός απόψε είναι καμωμένος κι αυτός από τούβλο. Ποιος το ‘χτισε και ποιος το ‘κανε να μοιάζει έτσι. Όχι εγώ. Εμένα η δουλεία μου είναι να κοιτάω.

Η πόλη καταπίνει σπίτια και τα σπίτια καταπίνουν ανθρώπους. Όσο και να τη γράψουνε πάλι τίποτα δε σημαίνει. Τίποτα δε γράφτηκε πάνω στους τοίχους που να εξηγεί τι συμβαίνει.

Εγώ δεν πρόκειται να φύγω αυτήν τη φορά. Ούτε και θέλω όμως κάποιος άλλος να ‘ρθει. Αν κάνατε κι εσείς το ίδιο, τότε θα φεύγαμε μαζί, μαζί κι η πόλη. Αλλά εσείς έχετε άλλη γνώμη. 

Μόνο ο χρόνος συμφωνεί μαζί μου. Ο χρόνος συμφωνεί και διαφωνεί με όλους. Κι ανάλογα τι θα τον χρειαστείς να πει, διαλέγεις τη στιγμή που θα συμβεί να γίνει. Να συμφωνεί, να διαφωνεί ή να ξεχνάς αυτό που ήθελες να πεις.

Τα μάτια μου ανοίγουν τρύπες αλλά μάταια. Γιατί αυτοί που αγαπώ θέλουν γυαλιά να βάλω.

Κόλαση, ορχιδέα, μπλε, κουτί, παπούτσι

Η γήινη μορφή του έριχνε χάμω ίσκιο λέοντα, μα τις πιο πολλές μέρες δεν ήταν παρά μόνο ένας ευνουχισμένος γάτος. Το διαμέρισμα όπου φιλοξενούνταν, σωστό παλάτι -για τους άλλους- μα γι’ αυτόν, σκέτη κόλαση (χα, χα). Κοίταξε γύρω του: «να!» αναφώνησε «αν επέστρεφα και πάλι στη ζωή, θα ήθελα να μετεμψυχωθώ σε ορχιδέα- τίποτε άλλο».

Περπάτησε χειροπόδαρα μέχρι το φυτό και δάγκασε λίγο ένα φυλλαράκι, ζορίστηκε, γιατί καθόλου δεν του άρεσε, ήθελε όμως να βιώσει το συναίσθημα εκείνο του να τρώγεσαι, να τρώγεσαι εσύ ο ίδιος από εσένα· όχι, ούτε καν, από εσένα που υπήρξες προτού καν γεννηθείς! Το φύλλο ήταν πικρό και αποστράφηκε από αυτό γυρίζοντας πίσω στην αναμονή (για τι;) και στη συνέχεια, στον ύπνο.

Είδε όνειρο ότι ο κόσμος όλος ήταν χρώμα μπλε, κι όλες οι άλλες μορφές ήταν γατίσιες και μετά, αυτός ήταν μικρός και κάποιος άνοιξε στον δρόμο ένα κουτί που μέσα ήταν αυτός, μαζί με ένα ολοκαίνουργιο παπούτσι.

Θερινό ηλιοστάσιο στον Βράχο

Ανέβηκα στον Βράχο και φόραγα το άσπρο μου φόρεμα. Ήταν θερινό ηλιοστάσιο. Είχε πολλούς τουρίστες και μου έτρεχαν τα σάλια. Μακάρι να ήταν εδώ και το καπέλο μου αλλά το έχασα στη Σέριφο. Ένας-ένας χάνεστε όλοι μέσα μου. Όσο για σένα…

Μου κόπηκε η ανάσα. Σαν να είχαν αλλάξει όλα. Ήταν όλα όπως πριν. Έγιναν έτσι άραγε ή τους άλλαξα εγώ τη σειρά; Παραμύθια σου λέω. Την αλήθεια σου λέω. Όσο για σας…

Γιατί οι λέξεις μου κάνουν προτάσεις, στροφές, παραγράφους, κι όλ’ αυτά λέει θα πάνε την κοινωνία μπροστά. Καταλάβατε μαλάκες; Θα έρθω και θα κάτσω σ’ ένα σκαλοπάτι στη μέση του δρόμου, μπρος στα μάτια του κόσμου, επιβάτης σε διαδρομή προς το κέντρο της πόλης μ’ αστική συγκοινωνία, στην τελευταία θέση να κοιμάμαι σερί, στα σκαλιά της εκκλησίας και στον βράχο της Ακρόπολης σ’ απευθείας αναμετάδοση ζωντανά στο δελτίο των 8. Εγώ να κλαίω για σένα μες στα μούτρα σας. Κάπως για να βγάλω κι εγώ το ψωμί μου.

Μια φορά, περπάτησα μέχρι την Κόρινθο

Θα μιλήσω για τον εαυτό μου γιατί μόνο αυτό με ενδιαφέρει. Είμαι ψηλός, ξανθός και άσχημος. Όχι σόρρυ, αυτή είναι η κοπέλα μου. Εγώ είμαι κοντοστούπης και να σου πω πάντοτε το είχα και λίγο κόμπλεξ. Το άλλο που με χαρακτηρίζει είναι πως είμαι μισάνθρωπος.

Η κοπέλα που σου είπα, θεωρητικά θα μπορούσε να είναι και αδερφή μου. Μεγαλώσαμε μαζί, μας κάνανε μπάνιο στην ίδια μπανιέρα. Μία μέρα όταν ήμασταν περίπου έξι χρονών μου εξήγησε ότι όταν μεγαλώσουμε θα παντρευτούμε. Τότε ήταν όμορφη. Ήταν όμορφο παιδάκι. Μετά χάλασε ή εγώ έγινα στριμμένος, ένα από τα δύο. Έχει μια φίλη, τη φίλη της τη λένε Κατερίνα. Ξέρω ότι σου είπα πως είμαι μισερός, αλλά την Κατερίνα μπορεί και να την αγαπάω. Δεν ξέρω τι να σου πω γιατί δε θέλω να το σκέφτομαι, βλέπεις είναι η φίλη της κοπέλας μου κι αυτό μπερδεύει κάπως τα πράγματα.

Πολλές φορές βγαίνω έξω και περπατώ. Μία φορά πήγα από την Αθήνα στην Κόρινθο. Εκεί πέρα στάθηκα για λίγο στον Ισθμό και κοίταξα κάτω. Δε σκεφτόμουν απολύτως τίποτα. Όταν σταματώ, δε σκέφτομαι, είναι κενό. Όταν περπατώ μπαίνει και η σκέψη μου σε ρυθμό. Στάθηκα στον Ισθμό για περίπου σαράντα λεπτά, μετά ξεκίνησα πάλι για πίσω. Δεν είναι αλήθεια. Δε συνέβη ακριβώς έτσι. Αλλά πάντως μου αρέσει να περπατώ πολύ, κατάλαβες. Μου αρέσει να εξοντώνομαι στο περπάτημα.

Ένα πράγμα που δε μου αρέσει είναι να περπατώ με βροχή. Επειδή δεν μπορώ να το ελέγξω. Δε μπορώ να το κάνω να σιγοβρέχει. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να δυναμώσει, μετά γίνομαι λούτσα και απομένω στον υπόλοιπο δρόμο σε κακά χάλια. Είναι κάτι που δε με κολακεύει, να σε βλέπει έτσι ο άλλος. Οπότε δε μου αρέσει, θα ήθελα αν γίνεται να μη ξανασυμβεί.

Υπάρχει μία στιγμή. Δεν είναι συνήθως κάτι ιδιαίτερο το να βγαίνω να περπατήσω, κούραση είναι. Εκτός από μια-δυο στιγμές, όταν γαληνεύω λίγο, εκεί που βρίσκομαι στον δρόμο. Τότε όλα αποκτούν διαφορετική σημασία, το τυχαίο εκείνο τμήμα της διαδρομής φωτίζεται διαφορετικά. Γίνεται δικό μου, είμαι σπίτι μου. Όχι το φυσικό περιβάλλον καθεαυτό, από μόνο του, χρειάζεται να βάλεις και την τέταρτη διάσταση μαζί. Είναι η στιγμή – εφοδιασμένη με το όραμα. Ούτε εγώ δεν καταλαβαίνω τι λέω. Μετά, μετά από αυτό, με προλαβαίνει η κούραση και μαζί με τη στιγμή που ήρθε και πέρασε, λέω πως κάτι έκανα τάχα. Έχω μια ιστορία για να πω στον εαυτό μου μελλοντικά, όταν θα τα έχω όλα και θα μου φταίει η νοσταλγία μου.

Χτες χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο Διονύσης, το παιδί που συγκατοικούμε, και μου είπε ότι θα φύγει αυτός, θα πάει να μείνει μόνος του. Δεν ήξερα τι να του πω, ούτε και τώρα ξέρω πως να το χειριστώ. Το τηλέφωνό μου θέλει κι αυτό αλλαγή η συσκευή, πέφτει η μπαταρία αμέσως. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Φάτε σκατά. Θα κάτσω να δω λίγο τηλεόραση.

Μετά άνοιξα την τηλεόραση και αφέθηκα να δω λίγο μια ταινία η οποία δε μου άρεσε πολύ. Στην κοπέλα μού αρέσει πολύ αυτός ο ηθοποιός – ο Ζακ Έφρον – της αρέσει να βλέπει όλο ταινίες με αυτόν. Κι εμένα μου αρέσει λίγο ο Ζακ Έφρον μα δε μου αρέσει όπως αρέσει στην κοπέλα μου. Δε μας αρέσει μαζί, μας αρέσει ξεχωριστά. Τώρα η ταινία που βλέπω έχει έναν άλλον, έναν μεσήλικα. Τρώω και λίγα φιστίκια που έχουν περισσέψει από χτες. Δεν είναι για χόρταση, αλλά για την ώρα λύνουν το πρόβλημα του να σηκωθώ και να φάω κανονικά.

Με την κοπέλα μου έχουμε να κάνουμε σεξ κανά δίμηνο. Γενικά έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ και το χέρι μου. Η ταινία μιλάει για τις σχέσεις στον μοντέρνο κόσμο δίνοντας και μια κριτική σκοπιά στον Αμερικανικό Νότο. Κουραφέξαλα. Με παίρνουν τα κλάματα σχεδόν αμέσως. Είναι γιατί παίζει αυτό το παιδί που δε μιλάει πολύ και είναι έρμαιο των συνθηκών του. Και ένα κορίτσι που δεν ξέρουμε τίποτα άλλο για αυτήν – μπορεί να είναι κρυφά φασίστρια – παρά μόνο που μιλάει σε αυτόν και κανέναν άλλο. Γι’ αυτό άρχισα να κλαίω. Με τα παιδιά που μιλάνε μεταξύ τους.

Ράμσγκεϊτ, Κεντ
Άνοιξη 2022